ἔγκρυμμα

ἔγ-κρυμμα, ατος, τό,
A anything concealed, an ambuscade, Eust.932.17.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έγκρυμμα — ἔγκρυμμα ( ατος), το (AM) στρατιωτική ενέδρα μσν. κρησφύγετο …   Dictionary of Greek

  • ἔγκρυμμα — anything concealed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρυμμάτων — ἔγκρυμμα anything concealed neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρύμμασι — ἔγκρυμμα anything concealed neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρύμματα — ἔγκρυμμα anything concealed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρύμματι — ἔγκρυμμα anything concealed neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρύμματος — ἔγκρυμμα anything concealed neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.